Η μεγαλύτερη πύλη της αρχαίας και νέας ελληνικής
Η Lexigram αναπτύσσει εκπαιδευτικό λογισμικό και ηλεκτρονικά λεξικά για τον σπουδαστή, τον εκπαιδευτικό και για όλους όσοι ενδιαφέρονται για την ελληνική γλώσσα. Τα εκπαιδευτικά λογισμικά και τα λεξικά μας απευθύνονται σε όλους τους μαθητές από το δημοτικό, το γυμνάσιο και το λύκειο, στους φοιτητές, και στους εκπαιδευτικούς, είτε δασκάλους του δημοτικού είτε καθηγητές γυμνασίου και λυκείου. Το κοινό χαρακτηριστικό που τα κάνει μοναδικά είναι ότι διαθέτουν πολλά και τεράστια λεξικά της νέας και της αρχαίας ελληνικής (κλιτικά, ορθογραφικά, ερμηνευτικά, συνωνύμων – αντιθέτων, ομορρίζων). Τα προγράμματα χρησιμοποιούν τα λεξικά έτσι ώστε:
  • Να έχετε απάντηση σε οποιαδήποτε γλωσσική απορία.
  • Να λύνετε με ευχάριστο και διαδραστικό (διαλογικό) τρόπο τις σχολικές ασκήσεις αλλά και οποιαδήποτε άλλη, αφού κάνοντας μόνο κλικ μπορείτε και εσείς να δημιουργείτε και να λύνετε άπειρες ασκήσεις γραμματικής, ομορρίζων και συντακτικού (συντακτικού μόνο για την αρχαία).
  • Να μάθετε τα δύσκολα κομμάτια της ελληνικής γλώσσας και να εξασκηθείτε μέσω ευχάριστων μορφωτικών παιχνιδιών
  • Να ακαλύπτετε γνωμικά, παροιμίες, φράσεις, αποφθέγματα
Τα λεξικά και τα προγράμματά μας είναι δωρεάν διαθέσιμα στο ίντερνετ. Μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε από οποιονδήποτε υπολογιστή (είτε με Windows, είτε Mac), κινητό smartphone ή ταμπλέτα έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο όπου και εάν βρίσκεστε στον κόσμο!

Διαφήμιση

Λέξη: ἵημι (Liddell Scott Jones - Ερμηνευτικό Αρχαίας)
Δείτε και: Κλίση Αρχαίας Αναζήτ. στην Αρχ. Ελλην. Γραμματεία Ομόρριζα

Επιτομή LSJ - Πελεκάνου

ἵεμαι: Παθ. του ἵημι.

ἵημι: ἵης, ἵησι, γʹ πληθ. ἱᾶσι, Ιων. ἱεῖσι· προστ. ἵει, υποτ. ἱῶ, ευκτ. ἱείην, απαρ. ἱέναι, Επικ. ἱέμεναι, ἱέμεν· μτχ. ἱείς· γʹ ενικ. παρατ. ἵη (επίσης, βʹ ενικ. ἵεις, όπως αν προερχόταν από ενεστ. ἱέω), γʹ πληθ. ἵεσαν· αόρ. αʹ ἧκα, Επικ. ἕηκα, μόνο στην οριστ.· αόρ. βʹ ἧν, ποτέ στην οριστ.· Επικ. γʹ ενικ. υποτ. ᾗσι, απαρ. εἷναι, παρακ. εἷκα - Μέσ., ενεστ. ἵεμαι, παρατ. ἱέμην, μέλ. ἥσομαι, αόρ. βʹ εἵμην, Επικ. και Ιων. ἕμην, γʹ πληθ. ἕντο· προστ. ἕο, υποτ. ὧμαι, ευκτ. εἵμην ή οἵμην, απαρ. ἕσθαι· μτχ. ἕμενος - Παθ., μέλ. ἑθήσομαι, αόρ. αʹ εἵθην, παρακ. εἷμαι· I. Ριζική σημασία, θέτω σε κίνηση, κάνω κάτι να κινηθεί, ως μτβ. του εἶμι (Λατ. ibo)· ἧκα πόδας καὶ χεῖρε φέρεσθαι, σε Ομήρ. Οδ.· ἵημι πόδα, σε Ευρ. 1. στέλνω, πέμπω, αποστέλλω, σε Όμηρ. κ.λπ. 2. λέγεται για ήχους, εκπέμπω, προφέρω, ξεστομίζω, στον ίδ. κ.λπ.· Ἑλλάδα γλῶσσαν ἵημι, μιλώ Ελληνικά, σε Ηρόδ.· φωνὴν Παρνησίδα, σε Αισχύλ.· τὸ τᾶς εὐφάμου στόμα φροντίδος ἱέντες, δηλ. μιλώντας όχι με λέξεις, αλλά με τη σιωπηλή αφοσίωση, κινώντας τα χείλη μας χωρίς φωνή ή λέξεις, αλλά με σιωπηλή αφοσίωση, σε Σοφ. 3. α) εκπέμπω, ρίχνω, εκτινάσσω, εξακοντίζω, λέγεται για πέτρες ή ακόντια, σε Όμηρ.· με γεν. προσ., ρίχνω ή βάλλω εναντίον κάποιου, σε Ομήρ. Ιλ. β) όπως το βάλλειν, με δοτ. οργάνου, ἵησι τῇ ἀξίνῃ, επιτίθεται εναντίον του (Κλεάρχου) με το τσεκούρι του, την αξίνα του, σε Ξεν. γ) η αιτ. συχνά παραλείπεται, έτσι ώστε το ἵημι μοιάζει μερικές φορές αμτβ., ρίχνω, σε Όμηρ.· με γεν. αντικειμενική, τῶν μεγάλων ψυχῶν ἱείς, ρίχνοντας το βέλος (σου) κατά των διαπρεπών ψυχών, σε Σοφ. 4. λέγεται για το νερό, αφήνω να κυλήσει, το κάνω να ρέει ή να χύνεται, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ. κ.λπ.· σε άλλες περιπτώσεις, η λέξη ὕδωρ παραλείπεται, ποταμὸς ἐπὶ γαῖαν ἵησιν, το ποτάμι χύνεται πάνω στη στεριά, σε Ομήρ. Οδ.· επίσης, λέγεται για τη θάλασσα, σε Ευρ. 5. αφήνω κάτι να πέσει κάτω, κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας, έκανε τους πλοκάμους του (τις μπούκλες των μαλλιών του) να πέσουν από το κεφάλι, σε Ομήρ. Οδ.· ἐκ δὲ ποδοῖιν ἄκμονας ἧκα δύω, άφησα δύο άκμονες να κρέμονται από τα δύο του πόδια, στο ίδ.· ἧκαν ἑαυτούς, έριξαν τους εαυτούς τους, σε Ξεν. II. 1. Μέσ., στέλνω τον εαυτό μου, σπεύδω, οἴκαδε ἱέμενος, πηγαίνοντας με βιασύνη, σπεύδοντας, σε Όμηρ.· ἱέμενος Τροίηνδε, σε Ομήρ. Οδ.· ομοίως, δρόμῳ ἵεσθαι ἐπί τινα, σε Ηρόδ. κ.λπ. 2. μεταφ., επιθυμώ, προθυμοποιούμαι να κάνω κάτι, με απαρ., ἵετο γὰρ βαλέειν, σε Ομήρ. Ιλ.· με γεν., επιθυμώ, επιδιώκω έντονα κάτι, ἱέμενοι νίκης, στο ίδ.· απόλ. στη μτχ., ἱέμενός περ, αν και ήταν πρόθυμος, σε Ομήρ. Οδ. 3. γʹ πληθ. Μέσ. αορ. βʹ ἕντο, χρησιμ. από τον Όμηρ., μόνο στην έκφραση, ἐπεὶπόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, αφού απέβαλαν, έσβησαν την επιθυμία για φαγητό και ποτό, δηλ. αφού ήπιαν και έφαγαν αρκετά, βλ. Βιργ. postquam exempta fames epulis.


Λεξικό LSJ

ἵημι: ἵης, ἵησι, γ' πληθυντ. ἱᾶσι, Ἰων. καὶ Ἐπικ. ἱεῖσι˙ προστακτ. ἵει Ἰλ. Φ. 338, Εὐρ. Ἠλ. 594˙ ὑποτακτ. ἱῶ˙ εὐκτ. ἱείην (ὡσαύτως ἀφίοιμι Ξεν. Ἑλλ. 6. 4, 3)˙ ἀπαρ. ἱέναι˙ μετοχ. ἱείς˙ (πρόσωπά τινα τοῦ ἐνεστ. μεθιεῖς, -ιεῖ, συνιοῦσι ὡς εἰ ἐκ ῥήματος ἱέω˙ ἐντεῦθεν ὡσαύτως προστ. ἵει, ἴδε ἀνωτ.˙ ἀπαρ. συνιεῖν Θέογν. 565˙ προσέτι, ὡς εἰ ἐκ ῥήματος ἵω, γ' ἑνικ. ἐνεστ. ἵει Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 634, προστακτ. ξύνιε, -ίετε Θέογν. 1240, Ἀριστοφ. Εἰρ. 603): - παρατ. γ' ἑνικ. ἵη Ἰλ. Α. 479, γ' πληθυντ. ἵεσαν Εὐρ. Βάκχ. 1099, ἵεν Ἰλ. Μ. 33, ξύνιεν (κοινῶς -ιον) Α. 273˙ (ὡσαύτως, ὡς εἰ ἐξ ἐνεστ. ἱέω, ἵεις Ἀριστοφ. Σφ. 355, Ἰων. ἵεσκε (ἀν-) Ἡσ. Θ. 157)˙ περὶ ἄλλων ἀνωμάλων τύπων ἴδε ἐν λέξ. ἀνίημι, ἀφίημι: - μέλλ. ἥσω Ἰλ., Ἀττ.: ἀόρ. α' ἧκα, Ἐπικ. ἕηκα, ἐν χρήσει μόνον ἐν τῇ ὁριστ., Ἰλ. Ε. 125, Α. 48, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον ἐν συνθέτοις (πρβλ. ἀν-, ἀφ-, ἐν-, καθ-, μεθ-, συνίημι): ἀόρ. β' ἧν, οὐδέποτε ἐν χρήσει ἐν τῇ ὁριστ. εἰμὴ ἐν συνθέτοις καὶ τότε οὐδέποτε καθ' ἑνικ.˙ γ' ἑνικὸν ὑποτακτ. ᾗσι (ἕτεροι ἥσει) Ἰλ. Ο. 359˙ ἀπαρ. εἷναι Ἀριστοφ. Βάτρ. 133˙ - πρκμ. εἷκα, μόνον ἐν συνθέτοις (ἀφ-, καθ-, παρ-). - Μεσ., ἐνεστ. ἵεμαι: παρατ. ἱέμην Ἰλ. Μ. 274, Ὀδ. Χ. 304, Ἀττ.: - μέλλ. ἥσομαι (ἐν συνθέτοις μεθ-, προ-, ἐξαν-) Ἡρόδ. 5. 35, Δημ. 12. 20, Εὐρ. Ἀνδρ. 718˙ - ἀόρ. α' ἡκάμην (μόνον ἐν συνθέτοις προσ-, προ-): ἀόρ. βἐἵμην, Ἐπικ. καὶ Ἰων. ἕμην, ἐξ οὗ εὑρίσκομεν τοὺς τύπους εἷτο (ἐφ-, ἀφ-), Σοφ. Φιλ. 619, Ξεν., ἕτο (συν-) Ὀδ. Δ. 76, ἕντο Ἰλ. Ι. 92, κτλ.˙ προστακτ. ἕο (ἐξ-) Ἡρόδ. 5. 39, οὗ (ἀφ-) Σοφ. Ο. Τ. 1521˙ ὑποτακτ. ὧμαι (συν-) Ἰλ. Ν. 381˙ εὐκτ. εἵμην (ἀφ-) Ἀριστοφ. Ὄρν. 628, ἢ οἵμην (προ-) Πλάτ. Γοργ. 520C˙ ἀπαρ. ἕσθαι (προσ-) Ἀριστοφ. Σφ. 742˙ μετοχ. ἕμενος (προ-) Ἰσοκρ., κλ.: - Παθ., μέλλ. ἑθήσομαι (ἀν-) Θουκ. 8. 63: ἀόρ. εἵθην (μόνον ἐν συνθέτοις ἀφ-, καθ-, παρ-)˙ πρκμ. εἷμαι (μόνον ἐν συνθέτοις˙ γ' πληθ. ἀνέωνται Ἡρόδ. 3. 165, ἀφέωνται ἐν τῇ Καιν. Διαθ.): ὑπερσ. εἵμην. - Του Παθ. καὶ Μέσ. ὁ Ὅμ. ἔχει μόνον ἐνεστ., παρατ. καὶ γ' πληθ. Μέσ. ἀορ. β' ἕντο. Καθόλου ἐν τῷ σχηματισμῷ τὸ ἵημι συμφωνεῖ πρὸς τὸ τίθημι. - Πολλοὶ τῶν χρόνων, ὡς ἀνωτέρω ἐσημειώθη, ἀπαντῶσι μόνον ἐν τοῖς συνθέτοις˙ καὶ πολλαὶ ποικιλίαι ἰδιάζουσι μόνον εἰς σύνθετά τινα, ὡς π.χ. ὁ Ἐπικ. μέλλ. ἀνέσω, ὁ ἀόρ. α' ἄνεσα, ὁ παρκ. ἀνέωνται, ἐκ τοῦ ἀνίημι, καὶ ὁ παρατ. ἠφίουν καὶ πρκμ. ἀφέωνται ἐκ τοῦ ἀφίημι, κτλ. (Ἐκ τῆς √ Ἱ. ἥτις εἶναι ἐπιτεταμένος τύπος τῆς ῥίζης Ἰ (ὁπόθεν τὸ εἶμι), ἐπὶ μεταβ. σημασ.˙ πρβλ. Σανσκρ. İ, yâ (ire), ὅπερ μετὰ ἀναδιπλασιασμοῦ θὰ ἦτο yi-yâmi, = ἵημι). Τὸ ι παρ' Ὁμ. καὶ τοῖς Ἐπικ. εἶναι βραχύ, μακρὸν δὲ παρ' Ἀττ.˙ ἀλλ' ἔτι καὶ παρ' Ὁμ. ἐνίοτε μακρὸν χάριν τοῦ μέτρου, π.χ. ἵει Ἰλ. Γ. 221, κτλ.˙ ἱεῖσαι Ὀδ. Μ. 192˙ οὕτως ἐν ἀπαρ. ἱέμεν, ἱέμεναι, μετοχ. ἱέμενος, καὶ ἐν ἄλλοις σχηματισμοῖς, οἵτινες δὲν δύνανται ἄλλως νὰ σταθῶσιν ἐν ἑξαμέτρ., ὡς ἀνίετε. Τἀνάπαλιν ι ἐνίοτε παρ' Ἀττ. ιησιν Αἰσχύλ. Θήβ. 310, ιέντα αὐτόθι 493, ἱείς, ιεῖσα Εὐρ. Ι. Τ. 298, Ι. Α. 1101, Ἑκ. 338˙ ιεῖσαν Ἱκέτ. 281˙ ἔτι καὶ παρὰ τοῖς Κωμ. συνιημι Ἀριστοφ. Ὄρν. 946, Στράτων ἐν "Φοινικίδῃ" 1, 3˙ ιεὶς ἴδε Meineke Κωμ. 4. 652. Ριζικὴ σημασία: θέτω εἰς κίνησιν, κάμνω τι νὰ κινηθῇ, οὕτω δὲ εἶναι τὸ μεταβ. τοῦ εἶμι, ἧκα… πόδας καὶ χεῖρας φέρεσθαι (πρβλ. κατωτ. 3) Ὀδ. Μ. 442˙ οὕτως ἱ. πόδα Εὐρ. Ρῆσ. 798˙ χέρας Ἀνθ. Π. 6. 220. - Αὕτη ἡ ἔννοια μεταβαίνει εἰς σημασίας ποικίλων ἀποχρώσεων: 1) πέμπω, ἀποστέλλω, ἰδίως ἐπὶ ἐμψύχων, τίς γάρ σε θεῶν ἐμοὶ ἄγγελον ἧκε; Ἰλ. Σ. 182˙ Αἰνείαν... ἐξ ἀδύτοιο ἧκε Ε. 512˙ ἐπὶ οἰωνῶν πεμπομένων ὑπὸ τῶν θεῶν, τοῖσι δὲ δεξιὸν ἧκεν ἐρωδιὸν Κ. 274, πρβλ. Β. 309., Θ. 247˙ ἔλαφον... εἰς ὁδὸν αὐτὴν ἧκεν Ὀδ. Κ. 158˙ ἱέναι τινὰ πέτρας ἄπο, ῥίπτειν τινὰ κάτω ἀπὸ τῆς πέτρας, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 320, πρβλ. Σοφ. Τρ. 273˙ - ἐπὶ πραγμάτων ἀψύχων, τοῖσιν δ' ἴκμενον οὖρον ἵει ἑκάεργος Ἀπόλλων Ἰλ. Α. 479˙ σέλας, τέρας, ἐέρσην, κλ. 2) ἐπὶ ἤχου, φωνῆς, λέξεων καὶ τῶν τοιούτων, ἐκπέμπω, προφέρω, ὄπα Ἰλ. Γ. 152, Ὀδ. Μ. 192· ὄπα ἐκ στήθεος, ἔπεα Ἰλ. Γ. 221. 222· γλῶσσαν Ἡρόδ. 1. 57· Ἑλλάδα γλῶσσαν 1., λαλεῖν Ἑλληνιστί, ὁ αὐτ. 9. 19· Δωρίδα γλῶσσαν Θουκ. 3. 112· φωνὴν Παρνησίδα Αἰσχύλ. Χο. 563· δύσθροα βάγματα ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 635· θρῆνον ἐκ στήθεος ὁ αὐτ. ἐν Θήβ. 865· μέγαν κωκυτὸν Σοφ. Αἴ. 851, κτλ.· πᾶσαν ἵης γλῶσσαν, ποιητ. ἀντὶ πᾶσαν φωνὴν ἵης, ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 596· ἀφώνως, ἀλόγως τὸ τᾶς εὐφάμου στόμα φροντίδος ἱέντες, δηλ. κινοῦντες τὰ χείλη ἡμῶν ἄνευ φωνῆς ἢ λέξεων μετὰ σιωπηλῆς ἀφοσιώσεως, Σοφ. Ο. Κ. 133· πᾶσαν (τὸ λεγόμενον) φωνὴν ἱέντα Πλάτ. Νόμ. 890D· ἧκε, ἀπολ. (ἐξυπακ. τοῦ φωνὴν), Πλούτ. 2. 973D, Wytt. ἐν Ἐπιστ. Κριτ. σ. 253· - ἐπὶ μουσικῶν ὀργάνων, ἄλλα μέλη τῶν χορδῶν ἱεισῶν Πλάτ. Νόμ. 812D. 3) ἐκπέμπω, ῥίπτω, ἐκτινάσσω, ἐξακοντίζω, ὡς τό ἐφιέναι, λᾶαν, βέλος δόρυ, κτλ., Ὀδ. Ι. 538, Ἰλ. Δ. 498· κτλ.· ποταμόνδε λαβών ποδὸς ἧκε φέρεσθαι, λαβὼν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ποδὸς τὸν ἔρριψεν εἰς τὸν ποταμὸν νὰ φέρηται ὑπ' αὐτοῦ, Φ. νὰ φέρηται ὑπ' αὐτοῦ, Φ. 120· Μηριόνης δ' ἀπιόντος ἵει χαλκήρε' ὀϊστόν καί ῥ' ἔβαλε γλουτὸν κατὰ δεξιὸν Ν. 650· ἐπ' ἀλλήλοις ἵεσαν βέλεα Ἡσ. Θ. 684· οὕτω Πίνδ., κτλ. β) μετά δοτ. τοῦ ὀργάνου, ἵησι τῇ ἀξίνῃ, ἵησι βλῆμα τῇ ἀξίνῃ (κατὰ Κλεάρχου δηλ.), ἐπιτίθεται ῥίπτων κατ' αὐτοῦ τὴν ἀξίνην, Ξεν. Ἀν. 1. 5, 12· τοιαύτη φαίνεται ἡ σύνταξις καὶ τοῦ Ὁμηρικοῦ χωρίου, δίσκοισιν τέρποντο καί αἰγανέῃσιν ἱέντες Ἰλ. Β. 774, Ὀδ. Δ. 626, Ρ. 168. γ) ἡ αἰτ. συχνάκις παραλείπεται, ὥστε τὸ ἵημι ἐνίοτε φαίνεται ἀμετάβ., τόσσον γάρ ἵησιν Ι. 499, πρβλ. Θ. 203, Ἰλ. Ρ. 515. κλτ.· ὡσαύτως παρὰ πεζολόγοις, Πλάτ. Θεαίτ. 194Α. Ξεν. Ἀν. 3. 4, 17· μετὰ γεν. ἀντικειμ., τῶν μεγάλων ψυχῶν ἱεὶς οὐκ ἂν ἁμάρτοις, ῥίπτων τό βέλος σου κατὰ τῶν ἐξόχων ψυχῶν δὲν θὰ ἀποτύχῃς, Σοφ. Αἴ. 154· ἐπὶ σκοπὸν Ξεν. Ἀγησ. 1. 25. 4) ἐπὶ ῥεύματος ποταμοῦ, κάμνω αὐτὸ νὰ χύνεται πρός τι μέρος, ἐννῆμορ δ' ἐς τεῖχος ἵει ῥόον, "ἐπὶ ἐννέα δὲ ἡμέρας ἐπὶ τὸ τεῖχος ἔπεμπε τὸ ῥεῦμα" (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Μ. 25· Ἀξιοῦ, ὃς κάλλιστον ὕδωρ ἐπὶ γαῖαν ἵησι Φ. 158· ἔνθα Βυβλίνων ὀρῶν ἄπο ἵησι σεπτὸν Νεῖλος εὔποτον ῥέος Αἰσχύλ. Πρ. 812· ὡσαύτως παραλειπομένου τοῦ ὕδωρ, ποταμὸς ἐπὶ γαῖαν ἵησιν, ὁ ποταμὸς χύνει τὰ ῥεύματά του ἐπὶ τῆς γῆς, Ὀδ. Λ. 239· κρήνη ἵησιν Η. 130· - ἐπί δακρύων, δάκρυον ἧκε χαμᾶζε Π. 191· - ἐπὶ τοῦ πυρὸς, ἵει νᾶμα παμφάγου πυρὸς Εὐρ. Μήδ. 1187, πρβλ. Αἰσχύλ. Θήβ. 493. 5) κάμνω τι νὰ πίπτῃ κάτω, κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας Ὀδ. Ζ. 231· ἐθείρας ἵει ἀμφὶ λόφον Ἰλ. Τ. 383, Χ. 316· ἐκ δὲ ποδοῖιν ἄκμονας ἧκα δύω, ἐκρέμασα δύο ἄκμονας ἐκ τῶν δύο ποδῶν του, Ο. 19· ἐκ δ' ἄρα χειρὸς φάσγανον ἧκε χαμαζε, ἀφῆκε νὰ πέσῃ χαμαί, Ὀδ. Χ. 84, πρβλ. Ἰλ. Μ. 205· οὕτω παρ' Ἀττ., αὑτὸν ἱέναι ἀπὸ τοῦ τείχους Ἀριστοφ. Σφ. 355· ἧκαν ἑαυτούς, ἔρριψαν ἑαυτούς, Ξεν. Ἀν. 4. 5, 18. 6) καθόλου, βάλλω, θέτω ἐν δέ τε φάρμακον ἧκε Ὀδ. Κ. 317 (πρβλ. ἐνίημι).

ΙΙ. Μέσ., πέμπω ἐμαυτόν, σπεύδω, συχνὸν κατὰ μετοχ. μετ' ἐπιρρ., οἴκαδε, ἐρεβόσδε, πρόσω ἱέμενος, σπεύδων, Ὅμ.· ἱέμενος Τροίηνδε Ὀδ. Τ. 187· οὕτως, ἵεσθαι κατὰ τὴν φωνὴν Ἡρόδ. 2. 70· πρός τινα 9. 78· δρόμῳ ἵεσθαι ἐπί τινα 6. 112· καὶ παρ' Ἀττ., ἵετ' εὐθύ πρὸς λέχη Σοφ. Ο. Τ. 1242· εἰς ὄρεα Εὐρ. Βάκχ. 140· εἰς Κολωνὸν ἱέμην Φερεκρ. ἐν "Πετάλῃ" 1· ὁ λέων ἵεται ἐπί τὸν βαλόντα Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 44. 5· - ἀπολ., ἱέμενος ῥεῖ Πλάτ. Κρατ. 419Ε, κτλ. 2) μεταφ., σπεύδω, ἐπιθυμῶ, προθυμοῦμαι νὰ πράξω τι, μετ' ἀπαρεμφ., ἵετο γάρ βαλέειν Ἰλ. Π. 383· βαλέειν δὲ ἵετο θυμός, "προεθυμεῖτο, ὥρμα" (Σχόλ.), Θ. 301, πρβλ. Ν. 386· ὡσαύτως, ἵετο θυμῷ Β. 589, κ. ἀλλ.-· μετὰ γεν., σφόδρα ἐπιθυμῶ τι, κατὰ μετοχ., ἱέμενοι πόλιος, νίκης Λ. 168, Ψ. 271, πρβλ. Σοφ. Τρ. 514· ἱέμενος ποταμοῖο ῥοάων, Ὀδ. Κ. 529, πρβλ. Nitzsch ἐν Ὀδ. Α. 58· - ἀπολ. κατὰ μετοχ., ἱέμενός περ, "καίπερ προθυμούμενος" (Σχόλ.), Ὀδ. Α. 6, κτλ. 3) τό γ' πληθ. τοῦ μέσ. ἀορ. β' ἕντο εὕρηται παρ' Ὁμ. μόνον ἐν τῇ φράσει, ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, ἀφοῦ ἀπέβαλον τὴν ἐπιθυμίαν φαγητοῦ καὶ ποτοῦ, δηλ. ἀφοῦ ἔφαγον καὶ ἔπιον καλῶς, τὸ τοῦ Οὐεργιλίου postquan exempta fames epulis: - τινὲς ἐκλαμβάνουσιν ἐπὶ τῆς αὐτῆς σημασίας τὸ ἐν Ἰλ. Τ. 402 χωρίον, ἐπεί χ' ἑῶμεν πολέμοιο, ἀλλ' ἴδε ἐν λέξει ἑῶμεν.


 






















Προτάσεις διόρθωσης:

Η Lexigram αλλάζει: Μαζί με σοβαρές αναβαθμίσεις, καταργούμε τους κωδικούς πρόσβασης που μπερδεύουν. Εάν έχετε Κωδικό Πρόσβασης, ισχύει κανονικά. Το μόνο που χρειάζεται να κάνετε είναι είτε να εγγραφείτε εάν δεν το έχετε κάνει (γίνεται μία φορά) είτε να συνδεθείτε.
Εάν έχετε πληρώσει για συνδρομή ΔΕΝ σημαίνει ότι έχετε εγγραφεί. Θα πρέπει να εγγραφείτε (ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΤΕ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ).

Όσοι πήρατε τη συνδρομή σας με το παλιό σύστημα, δηλαδή με Κωδικό Πρόσβασης, όταν εγγραφείτε ή την πρώτη φορά μόνο που θα συνδεθείτε, θα εισαγάγετε και τον Κωδικό Πρόσβασης.

Εάν δεν έχετε εγγραφεί:
(Θα εγγραφείτε μία φορά, και μετά από τις άλλες συσκευές σας, απλά θα συνδεθείτε με το Email και το Password που ορίσατε στην εγγραφή)

Εάν έχετε ήδη δημιουργήσει τον λογαριασμό σας:

  

info@lexigram.gr || +30 210 6458183


Μπορείτε να μετακινήσετε αυτό το παράθυρο



Είμαι

Εν γνώσει σας ή μη, ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή σας (AdBlock, uBlock, ...) παραποιεί την ιστοσελίδα της Lexigram χωρίς την άδειά μας και παρεμποδίζει τις διαφημίσεις της Google.

Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στα λεξικά μας ΧΩΡΙΣ διαφημίσεις για ένα χρόνο και για να μας υποστηρίξετε (πληρώνετε εύκολα και με SMS) με το συμβολικό ποσό των 2 Ευρώ, κάντε κλικ

Πληρώσατε και αποκτήσατε ήδη κωδικό;

Τηλ. επικοινωνίας Lexigram: 210-6458183

Αυτό το παράθυρο θα κλείσει σε 30 δευτερόλεπτα.
Top