Η μεγαλύτερη πύλη της αρχαίας και νέας ελληνικής
Η Lexigram αναπτύσσει εκπαιδευτικό λογισμικό και ηλεκτρονικά λεξικά για τον σπουδαστή, τον εκπαιδευτικό και για όλους όσοι ενδιαφέρονται για την ελληνική γλώσσα. Τα εκπαιδευτικά λογισμικά και τα λεξικά μας απευθύνονται σε όλους τους μαθητές από το δημοτικό, το γυμνάσιο και το λύκειο, στους φοιτητές, και στους εκπαιδευτικούς, είτε δασκάλους του δημοτικού είτε καθηγητές γυμνασίου και λυκείου. Το κοινό χαρακτηριστικό που τα κάνει μοναδικά είναι ότι διαθέτουν πολλά και τεράστια λεξικά της νέας και της αρχαίας ελληνικής (κλιτικά, ορθογραφικά, ερμηνευτικά, συνωνύμων – αντιθέτων, ομορρίζων). Τα προγράμματα χρησιμοποιούν τα λεξικά έτσι ώστε:
  • Να έχετε απάντηση σε οποιαδήποτε γλωσσική απορία.
  • Να λύνετε με ευχάριστο και διαδραστικό (διαλογικό) τρόπο τις σχολικές ασκήσεις αλλά και οποιαδήποτε άλλη, αφού κάνοντας μόνο κλικ μπορείτε και εσείς να δημιουργείτε και να λύνετε άπειρες ασκήσεις γραμματικής, ομορρίζων και συντακτικού (συντακτικού μόνο για την αρχαία).
  • Να μάθετε τα δύσκολα κομμάτια της ελληνικής γλώσσας και να εξασκηθείτε μέσω ευχάριστων μορφωτικών παιχνιδιών
  • Να ακαλύπτετε γνωμικά, παροιμίες, φράσεις, αποφθέγματα
Τα λεξικά και τα προγράμματά μας είναι δωρεάν διαθέσιμα στο ίντερνετ. Μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε από οποιονδήποτε υπολογιστή (είτε με Windows, είτε Mac), κινητό smartphone ή ταμπλέτα έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο όπου και εάν βρίσκεστε στον κόσμο!

Διαφήμιση

Λέξη: βαίνω (Liddell Scott Jones - Ερμηνευτικό Αρχαίας)
Δείτε και: Κλίση Αρχαίας Αναζήτ. στην Αρχ. Ελλην. Γραμματεία Κλίση Νέας Συνώνυμα - Σημασία Γνωμικά κ.ά. Ομόρριζα Λεξικά Δημοτικού

Επιτομή LSJ - Πελεκάνου

βαίνω: (√ΒΑ), μέλ. βήσομαι, Δωρ. βασεῦμαι, Επικ. βέομαι ή βείομαι, παρακ. βέβηκα, Δωρ. βέβακα, με Επικ. συγκρ. γʹ πληθ. βεβάασι, συνηρ. βεβασι· απαρ. παρακ. βεβάναι [α], Επικ. βεβάμεν [α]· μτχ. βεβαώς, -αυῖα, Αττ. βεβώς· υπερσ. ἐβεβήκειν, Επικ. βεβήκειν, συγκρ. γʹ πληθ. βέβασαν· αόρ. βʹ ἔβην, Δωρ. ἔβαν· Επικ. γʹ ενικ. βῆ, Επικ. γʹ δυϊκ. βάτην [α]· γʹ πληθ. ἔβαν· προστ. βῆθι, Δωρ. βᾶθι, βʹ πληθ. βᾶτε· υποτ. βῶ, Επικ. βείω, Επικ. γʹ ενικ. βήῃ, Δωρ. βᾶμες (αντί βῶμενευκτ. βαίην· απαρ. ενεστ. βῆναι, Επικ. βήμεναι· μτχ. βάς, βᾶσα, βάν· γʹ πρόσ. ενικ. Μέσ. Επικ. αορ. αʹ ἐβήσετο· Α. Στους παραπάνω χρόνους· I. 1. αμτβ., περπατώ, βαδίζω, λέγεται κυρίως για κίνηση με τα πόδια· ποσσὶ ή ποσὶ βαίνειν σε Όμηρ. κ.λπ.· με απαρ. στον Όμηρ., βῆ ἰέναι, αλλά και στη φράση βῆ ἰέμεν, κίνησε να πάει, ξεκίνησε, "πήρε το δρόμο του", σε Ομήρ. Ιλ.· βῆ θέειν, ξεκίνησε να τρέχει, στο ίδ.· βῆ δ' ἐλάαν, στο ίδ.· με αιτ. τόπου, σε Σοφ.· με κάθε πρόθεση που σημαίνει κίνηση, όπως: ἐπὶ νηὸς ἔβαινεν, επέβαινε σε πλοίο, σε Ομήρ. Οδ.· ἐφ' ἵππων βάντες, αφού ανέβηκαν στο άρμα, στο ίδ.· βαίνειν δι' αἵματος, διέρχομαι μέσα από αίμα, σε Ευρ. 2. στον παρακ., στέκομαι ή βρίσκομαι σε ένα μέρος· χῶροςἐν ᾧ βεβήκαμεν, σε Σοφ.· συχνά σχεδόν = εἰμί (sum), εὖ βεβηκώς, στέκομαι πάνω σε καλή βάση, στηρίζομαι καλά, είμαι καλά θεμελιωμένος, ακμάζω, ευτυχώ, σε Ηρόδ., κ.α.· με την παραπάνω σημασία, οἱἐν τέλει βεβῶτες, αυτοί που βρίσκονται σε κάποιο αξίωμα, σε Ηρόδ., Σοφ.· ἐπὶ ξυροῦ βεβηκέναι, πρβλ. ξυρόν. 3. φεύγω, απομακρύνομαι, αναχωρώ, σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ.· βέβηκα, ευφημ. αντί τέθνηκα, σε Αισχύλ., Σοφ.· μεταφ., λέγεται για άψυχα αντικείμενα, ἐννέα ἐνιαυτοὶ βεβάασι, εννέα χρόνια ήρθαν και πέρασαν, σε Ομήρ. Ιλ. 4. έρχομαι· τίπτε βέβηκας; σε Ομήρ. Ιλ.· καταφθάνω, σε Σοφ. 5. συνεχίζω, προχωρώ, προβαίνω· ἐς τόδε τόλμης, ἐς τοσοῦτον ἐλπίδων, στον ίδ. II. 1. ως μτβ., με αιτ., ανεβαίνω, σε Όμηρ. μόνο στον Μέσ. αόρ. αʹ, βήσασθαι δίφρον· σε Παθ., ἵπποι βαινόμεναι, φοράδες αναπαραγωγής, σε Ηρόδ. 2. χρέος ἔβα με, με κατέλαβαν τα χρέη, σε Αριστοφ. 3. στους ποιητές, με αιτ. που δηλώνει το όργανο της κίνησης, η οποία είναι τελείως πλεοναστική· βαίνειν πόδα, επιταχύνω το βήμα, επισπεύδω, σε Ευρ. κ.α. Β. Μτβ., σε μέλ. βήσω, αόρ. αʹ ἔβησα, κάνω κάποιον να φύγει· βῆσεν ἀφ' ἵππων, ἐξ ἵππων βῆσε, τους έκανε να κατεβούν από το άρμα, σε Ομήρ. Ιλ.· στον ενεστ., μ' αυτήν την έννοια χρησιμ. το ρήμα βιβάζω.

Λεξικό LSJ

βαίνω: (√ΒΑ), μέλ. βήσομαι, Δωρ. βασεῦμαι, Επικ. βέομαι ή βείομαι, παρακ. βέβηκα, Δωρ. βέβακα, με Επικ. συγκρ. γʹ πληθ. βεβάασι, συνηρ. βεβασι· απαρ. παρακ. βεβάναι [α], Επικ. βεβάμεν [α]· μτχ. βεβαώς, -αυῖα, Αττ. βεβώς· υπερσ. ἐβεβήκειν, Επικ. βεβήκειν, συγκρ. γʹ πληθ. βέβασαν· αόρ. βʹ ἔβην, Δωρ. ἔβαν· Επικ. γʹ ενικ. βῆ, Επικ. γʹ δυϊκ. βάτην [α]· γʹ πληθ. ἔβαν· προστ. βῆθι, Δωρ. βᾶθι, βʹ πληθ. βᾶτε· υποτ. βῶ, Επικ. βείω, Επικ. γʹ ενικ. βήῃ, Δωρ. βᾶμες (αντί βῶμεν)· ευκτ. βαίην· απαρ. ενεστ. βῆναι, Επικ. βήμεναι· μτχ. βάς, βᾶσα, βάν· γʹ πρόσ. ενικ. Μέσ. Επικ. αορ. αʹ ἐβήσετοΑ.· Στους παραπάνω χρόνουςI.· 1. αμτβ., περπατώ, βαδίζω, λέγεται κυρίως για κίνηση με τα πόδια· ποσσὶ ή ποσὶ βαίνειν σε Όμηρ. κ.λπ.· με απαρ. στον Όμηρ., βῆ ἰέναι, αλλά και στη φράση βῆ ἰέμεν, κίνησε να πάει, ξεκίνησε, "πήρε το δρόμο του", σε Ομήρ. Ιλ.· βῆ θέειν, ξεκίνησε να τρέχει, στο ίδ.· βῆ δ' ἐλάαν, στο ίδ.· με αιτ. τόπου, σε Σοφ.· με κάθε πρόθεση που σημαίνει κίνηση, όπως: ἐπὶ νηὸς ἔβαινεν, επέβαινε σε πλοίο, σε Ομήρ. Οδ.· ἐφ' ἵππων βάντες, αφού ανέβηκαν στο άρμα, στο ίδ.· βαίνειν δι' αἵματος, διέρχομαι μέσα από αίμα, σε Ευρ. 2. στον παρακ., στέκομαι ή βρίσκομαι σε ένα μέρος· χῶροςἐν ᾧ βεβήκαμεν, σε Σοφ.· συχνά σχεδόν = εἰμί (sum), εὖ βεβηκώς, στέκομαι πάνω σε καλή βάση, στηρίζομαι καλά, είμαι καλά θεμελιωμένος, ακμάζω, ευτυχώ, σε Ηρόδ., κ.α.· με την παραπάνω σημασία, οἱἐν τέλει βεβῶτες, αυτοί που βρίσκονται σε κάποιο αξίωμα, σε Ηρόδ., Σοφ.· ἐπὶ ξυροῦ βεβηκέναι, πρβλ. ξυρόν. 3. φεύγω, απομακρύνομαι, αναχωρώ, σε Ομήρ. Ιλ., Σοφ.· βέβηκα, ευφημ. αντί τέθνηκα, σε Αισχύλ., Σοφ.· μεταφ., λέγεται για άψυχα αντικείμενα, ἐννέα ἐνιαυτοὶ βεβάασι, εννέα χρόνια ήρθαν και πέρασαν, σε Ομήρ. Ιλ. 4. έρχομαι· τίπτε βέβηκας; σε Ομήρ. Ιλ.· καταφθάνω, σε Σοφ. 5. συνεχίζω, προχωρώ, προβαίνω· ἐς τόδε τόλμης, ἐς τοσοῦτον ἐλπίδων, στον ίδ. II. 1. ως μτβ., με αιτ., ανεβαίνω, σε Όμηρ. μόνο στον Μέσ. αόρ. αʹ, βήσασθαι δίφρον· σε Παθ., ἵπποι βαινόμεναι, φοράδες αναπαραγωγής, σε Ηρόδ. 2. χρέος ἔβα με, με κατέλαβαν τα χρέη, σε Αριστοφ. 3. στους ποιητές, με αιτ. που δηλώνει το όργανο της κίνησης, η οποία είναι τελείως πλεοναστική· βαίνειν πόδα, επιταχύνω το βήμα, επισπεύδω, σε Ευρ. κ.α. Β. Μτβ., σε μέλ. βήσω, αόρ. αʹ ἔβησα, κάνω κάποιον να φύγει· βῆσεν ἀφ' ἵππων, ἐξ ἵππων βῆσε, τους έκανε να κατεβούν από το άρμα, σε Ομήρ. Ιλ.· στον ενεστ., μ' αυτήν την έννοια χρησιμ. το ρήμα βιβάζω.


 






















Προτάσεις διόρθωσης:

Η Lexigram αλλάζει: Μαζί με σοβαρές αναβαθμίσεις, καταργούμε τους κωδικούς πρόσβασης που μπερδεύουν. Εάν έχετε Κωδικό Πρόσβασης, ισχύει κανονικά. Το μόνο που χρειάζεται να κάνετε είναι είτε να εγγραφείτε εάν δεν το έχετε κάνει (γίνεται μία φορά) είτε να συνδεθείτε.
Εάν έχετε πληρώσει για συνδρομή ΔΕΝ σημαίνει ότι έχετε εγγραφεί. Θα πρέπει να εγγραφείτε (ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΤΕ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ).

Όσοι πήρατε τη συνδρομή σας με το παλιό σύστημα, δηλαδή με Κωδικό Πρόσβασης, όταν εγγραφείτε ή την πρώτη φορά μόνο που θα συνδεθείτε, θα εισαγάγετε και τον Κωδικό Πρόσβασης.

Εάν δεν έχετε εγγραφεί:
(Θα εγγραφείτε μία φορά, και μετά από τις άλλες συσκευές σας, απλά θα συνδεθείτε με το Email και το Password που ορίσατε στην εγγραφή)

Εάν έχετε ήδη δημιουργήσει τον λογαριασμό σας:

  

info@lexigram.gr || +30 210 6458183


Μπορείτε να μετακινήσετε αυτό το παράθυρο



Είμαι

Εν γνώσει σας ή μη, ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή σας (AdBlock, uBlock, ...) παραποιεί την ιστοσελίδα της Lexigram χωρίς την άδειά μας και παρεμποδίζει τις διαφημίσεις της Google.

Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στα λεξικά μας ΧΩΡΙΣ διαφημίσεις για ένα χρόνο και για να μας υποστηρίξετε (πληρώνετε εύκολα και με SMS) με το συμβολικό ποσό των 2 Ευρώ, κάντε κλικ

Πληρώσατε και αποκτήσατε ήδη κωδικό;

Τηλ. επικοινωνίας Lexigram: 210-6458183

Αυτό το παράθυρο θα κλείσει σε 30 δευτερόλεπτα.
Top